Κώστας Θ. Ριζάκης, Τρία ποιήματα

συρμός αυτόχειρ

τρίζει το τζάκι χώνεται ο συρμός
στριμώξου πριν ο εισπράκτωρ πλησιάσει
κι αν το αντίτιμο δεν φθάνει – τι θα δεις;
στη σήραγγα τη σκοτεινή πώς να μιλήσεις

τέτοια ταξίδια δεν τολμούν πολλοί
μα ενύπνιον πανικούς πια κατεβάζεις
χώματα στρώματα σαρώματα ρυπίδια

μία προς μία οι κάσες φεγγερές
κουτρουβαλούν στο βράδυ τον χρυσό
κι η τελευταία εξάσφαιρο οπλισμένο

στις πρώτες πέντε λάμψεις ν’ αστοχείς

η έκτη φέρει εκ γενετής τα αρχικά σου!

*

σαν ελεγείο της φωνής

λάσπη αλλά, λάσπη πολλή στους μέσα ορυζώνες

κολλήγες σκάλιζαν την γης και τωρ’ αποσταμένοι
αποφλοιώνουν τον καρπό χιόνια λευκά του γάμου
κίτρινα της υπομονής βουβό σκούντημα πιάτων

-φτύσε στη φτώχεια το φαΐ κι απ’ την φωνή όσες λέξεις

χωράφι τάφος θα φανούν στον φεγγερό σου θρήνο!

*

αϊτός

ξανά στον ύπνο μου πετάξαν πέτρες
(κι ήμουν στόχος ξεκάθαρος του ποιήματος)
γυμνός με κακοφορμισμένες της πληγές μου
αδράχνοντας τη φρίκη του πετροπολέμου
στα γαμψά μου δάχτυλα
μες σε νεφέλη διάγοντας σε γνόφο
πάλευα κι έγραφα όλο έγραφα αϊτός
στο ψήλωμα του πιο κακού μου ονείρου!

[τα τελευταία ονόματα, 2010]

*Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στο βιβλίο “χώμα με χώμα η μάχη”, Εκδόσεις Ρώμη, 2019.

Πεφτούλης Μαρθόγλου, Δύο ποιήματα

Ο κόσμος σίγουρα,
θα μπορούσε να είναι καλύτερος.
Προς το παρόν, προσπαθούμε για τα αυτονόητα.
Δεν ακολουθούν πολλοί,
παρά λίγοι τρελοί και ρομαντικοί.
Ο καθένας με τον τρόπο του.
Ο καθένας απ’ το μετερίζι του.
Αγώνας κατάντησε η κάθε μέρα.
Τα μάτια, σπάνια ανταμώνουν τα μάτια
κι όταν αυτό γίνεται, σαστίζω.
Οι άνθρωποι, κρίνουν πιο εύκολα
παρά βοηθούν,
κι αυτό το φεγγάρι απόψε κάνει κάθε γουλιά
στον οισοφάγο να γρατζουνά.
Υποψιάζομαι έναν τεράστιο κρυφό φόβο
στις καρδιές των ανθρώπων.
Στα χνώτα τους βγαίνει ψυχρός ο χειμώνας.
Για αυτό, εφευρίσκω άλλο τρόπο προφοράς.
Αν ήθελα κάτι θα ήταν να κλέψω μερικά βήματα
απ’τα τραγούδια που χορεύουν στα χείλη της.
Απλά και ταπεινά να διαρκέσω.

*

Πλάθω την κραυγή, ποίηση.
Η αδιαφορία λυσομανάει
σε κορμιά ραπισμένα απ’ τις αδικίες.
Αρνούμαι να δεχτώ
αυτή την υπολογιστική κανονικότητα.
Βύθισα τα μούτρα στο χαρτί,
μήπως χωρέσω κάπου.
Δεν είμαι αυτός που θα ήθελε κανείς.
Μα δεν υπάρχει και κανείς να χρειάζομαι.
Κάπως έτσι κοροϊδεύω τον καιρό,
αυτός όμως δεν αστειεύεται
όταν σβήνει τα ίχνη μου στην άμμο.
Ουδέποτε θέλησα να προσαρμοστώ,
παρόλα αυτά ήσυχα καραδοκώ
τις ευκαιρίες του στίχου.
Λειαίνω τον πόνο του αγκαθιού,
γίνεται τραγούδι,
έτσι χωράω κι εγώ
σε αυτό το αλλόφρων πανηγύρι.

*Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στο “Τεφτέρι” Νο 3, Γενάρης 2026.

Σαμσών Ρακάς, Ποιήματα

η σχέση μου με τον πατέρα 
είναι αμιγώς μεταλλική 
 
στην αρχή μου είπε καλημέρα 
με τον ήχο της λουρίδας του 
στην πλάτη μου
 
μετά με ξύπναγε 
με τον ήχο του γκριζωπού αλουμινίου 
όταν έβγαζε τα χάπια του
 
ύστερα τα λέγαμε 
με τη μεταλλική βαλβίδα 
που άκουγα να χτυπάει στην καρδιά του
 
μα και γω
κάθε βράδυ σ’ αγαπώ του έλεγα 
όταν στον ύπνο μου με το σιδεροπρίονο 
του ‘κοβα το λαιμό από τη ρίζα 
 
να γιατί το ποίημα αυτό 
δε γράφτηκε σε μέτρο ιαμβικό 
είναι που έχει για ρυθμό του 
το μηχανικό ξεκλείδωμα των κελιών 
στην πτέρυγα των πατροκτόνων 

 
*

η ιστορία της Ελλάδας είμαι γω
στης πρώτης Ιουνίου τα χαράματα
αυτή κοιμάται και εγώ
να κυνηγώ τ’ ασθενοφόρο
που πάει τον πατέρα μου με έμφραγμα
στα εφημερεύοντα του Θριασίου
και με μια περιστροφή του νου
βάζω στη διαπασών τη δεύτερη του Μάλερ
πάνω στου Σχιστού τη λεωφόρο
η ιστορία της Ελλάδας είμαι γω
εκεί που γίνηκε η ψυχή μου
ένα σπασμένο μολύβι
απ’ τη μια ο θάνατος απτός και σβήνων
κι απ’ την άλλη επικότατος και γράφων
σαν τα δυο αμφίδρομα κεφάλια της Ελλάδας
το ένα στην Ανατολή
και τ’ άλλο ό,τι μας πούνε
 
*Από τη συλλογή ”Ούτις”, Εκδόσεις Υποκείμενο, Δεκέμβριος 2017.

Διαβάστε περισσότερα: https://poets.gr/el/poihtes/rakas-samson/851-oytis/2241-2?fbclid=IwY2xjawP11I5leHRuA2FlbQIxMABicmlkETFQUko4bzVxNjEwOGJEamRVc3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHhscZ5S1li_HST_Quw1eFuw-9JbEr5PRv1uc4Yl7fWE98fQBjJqPCsRjUqqE_aem_zC2A3Hf59v2uFsJCuRbv-g

T.K.Kim, Stratification Identitaire / Στρωματοποίηση ταυτότητας

Ce ne sont  pas “deux femmes”.
Ce sont  deux états d’une même présence.

La figure de gauche ne concurrence pas celle de droite.
Elle n’a pas le même statut ontologique.
Elle est souvenir, projection, trace, ou version antérieure.

  1. La matière

Je ne peins pas sur le fond.
je peins dans le fond.

Les corps semblent émerger puis être repris par la matière.
Il y a une sensation de durée, de temps qui passe, pas d’instant figé..

  1. La retenue émotionnelle

Rien n’est expressif au sens théâtral.
Le visage de droite regarde, mais sans appel. Pas de séduction.

Le tableau ne demande pas d’être aimé.
Il existe, simplement. Il parle:

de coexistence intérieure,
de ce qui reste quand on avance,
de versions de soi qui ne disparaissent jamais complètement.

Ce n’est pas un tableau de relation.
C’est un tableau de stratification identitaire.

Δεν είναι «δύο γυναίκες».
Είναι δύο καταστάσεις της ίδιας παρουσίας.

Η μορφή στα αριστερά δεν ανταγωνίζεται εκείνη στα δεξιά.
Δεν έχει το ίδιο οντολογικό καθεστώς.
Είναι μνήμη, προβολή, ίχνος ή μια προηγούμενη εκδοχή.

  1. Η ύλη

Δεν ζωγραφίζω πάνω στο φόντο.
Ζωγραφίζω μέσα στο φόντο.

Τα σώματα μοιάζουν να αναδύονται και έπειτα να τα ξαναπαίρνει η ύλη.
Υπάρχει μια αίσθηση διάρκειας, χρόνου που περνά, όχι μιας παγωμένης στιγμής.

  1. Η συναισθηματική συγκράτηση

Τίποτα δεν είναι εκφραστικό με τη θεατρική έννοια.
Το πρόσωπο στα δεξιά κοιτάζει, αλλά χωρίς κάλεσμα. Καμία αποπλάνηση.
Ο πίνακας δεν ζητά να αγαπηθεί.
Υπάρχει, απλώς. Μιλά:

για εσωτερική συνύπαρξη,
για ό,τι απομένει όταν προχωράμε,
για εκδοχές του εαυτού που δεν εξαφανίζονται ποτέ εντελώς.

Δεν είναι ένας πίνακας σχέσης.
Είναι ένας πίνακας στρωματοποίησης ταυτότητας.

*Σχετικός σύνδεσμος: https://tkkimblog.wordpress.com/2026/02/06/stratification-identitaire/

Γιώργος Μπλάνας, Τέλος

Επειδή άκουγα φωνές
μέσα στη νύχτα, από παιδί,
πιστεύω πως ο άνεμος
ξέρει πώς θα τελειώσουμε
πάνω σ’ αυτήν την πέτρα.
Μα δεν μιλάει σ’ αυτούς
που δεν ακούν φωνές
μέσα στη νύχτα
κι εγώ είμαι πια ένα γέρικο
πεύκο στην άκρη του γκρεμού:
ερείπιο της σιωπής
εκείνου του παιδιού
που άκουγε φωνές
μέσα στη νύχτα.

*Από τη συλλογή “Ο κότσυφας του σύμπαντος”, Εκδόσεις Bibliotheque, 2021.

Βάλια Γκέντσου, Γόνιμος έρωτας

Gustav Klimt, Golden tears

ώρα τρίτη πρωινή
σε αφήνω να πλαγιάζεις δίπλα μου
μαύρος πάνθηρας ζωντανεύεις
χρυσάφι από πίνακα του Klimt
με ρουθουνίζεις
έτοιμο θήραμα

και ως έρωτας αγγελόκτιστος
σκαρφαλώνεις λόφους εφηβι-
κών προσμονών
μόνον επειδή η νύχτα υγρή
σαν ευγενής αλήθεια φάνταζε

όμως κλίνω ήσυχα τα βλέφαρα αφού
αγάπησα και τα σκοτάδια σου
όπως τα νεογέννητα το γάλα
κι εσύ φορτωμένος στην πλάτη
τα χίλια χρόνια
ν’ αγαπήσεις ήταν τη σιωπή μου.

Γρηγόρης Σακαλής, Σκάλα

Μπορεί να παίζεις πιάνο.
Εγώ θα γυρνάω με πάνινα παπούτσια στις λαϊκές

Μπορεί να τρως σ΄ακριβά εστιατόρια.
Εγώ θα πίνω τον καφέ σε ξεχασμένες καφετέριες.

Μπορεί να κερνάς πούρα Αβάνας τους καλεσμένους σου.
Εγώ θα καπνίζω στριφτά τσιγάρα με φίλους.

Τα σκαλοπάτια σου σαπίζουν.
Μπορώ να τ΄ανέβω.
Εσύ δεν μπορείς πια να τα κατέβεις..

Ηρώ Τριγώνη, από το «Ανοικτό Σημείο»

1.
Τι σ’ έπιασε κι έφυγες την ώρα του πρωινού
ώρα θανάτου 9.15 μπορεί 9.20 ή μπορεί 9.25
με ένα αχ και μια γοερή κραυγή
κάποιοι παίρνουν πρωινό αυτή την ώρα
δεν με σκέφτηκες
αλλά ούτε κι εγώ σκέφτηκα τι σε έκανε να φύγεις
εδώ είσαι
το ξέρω
αλλά το σώμα είναι ο δαίμονάς μου
θα κάνω έρευνα
να στείλω σε όσους έχουν την ισχύ
αίτημα
να καταργηθούν τα σώματα
να μην πονάμε εμείς που έχουμε χάσει ψυχές με σώμα
εμείς που θέλουμε ένα χάδι στο κεφάλι
και δυό μάτια
εμείς που ξεκινάμε τις μέρες
τις αδυσώπητες τις στραβές
έτσι ακριβώς
και τις τελειώνουμε πάλι έτσι
με τον ίδιο τρόπο
 
όχι όχι να καταργηθούν τα σώματα
 
*«Ανοικτό Σημείο», Κάπα εκδοτική, Μάιος 2025.

Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Cholitas Escaladoras

Artwork: S.Equinoux

«Ένα Cholitas γλειφιτζούρι, παρακαλώ!»
λέω, μικρό κορίτσι, χοροπηδώντας,
με τις ψάθινες σαγιονάρες, στ’ όνειρό μου.
Και ο ψιλικατζής, γνωστός ύπουλος εισβολέας
και αξεπέραστος παραμυθάς,
-δίχως να με ταχταρίσει στα γόνατά του
μέσα στο παράπηγμά του, αυτό που κανείς
δεν έχει βρει ακόμα την είσοδο ή την έξοδο-
κρατώντας ανοιχτό ένα πολυσέλιδο βιβλίο,
-έμοιαζε με το «Εκατό χρόνια μοναξιάς»
αλλά δεν ήταν- φέρνει το πρόσωπό του μπροστά,
στην κορνίζα που χωρίζει την επικράτειά του
από αυτή των πελατών του και,
θαμπωμένος από τον ήλιο,
το παραλήρημα ξεκινά.

«Θα ντυθείς τη φορεσιά που γεννήθηκες.
Τα μαλλιά σου θα πλέκεις σφιχτά,
να μη σκορπάει ο χρόνος.
Το μαγειρειό σου θα χτίσεις
στα 6.968 μέτρα ψηλά,
ανάβοντας φωτιές αξημέρωτα.
Από εκεί θα βλέπεις πόσο πικρός
σαν κατακάθι είναι ο φθόνος των ανθρώπων.
Τα χέρια σου θα ξέρουν το κρύο
όσο ξέρουν το αλάτι.
Ρίχνοντας από αυτό στις κατσαρόλες
θα εξατμίζεται ο θυμός που βράζει.
Τα μεσοφόρια θα φουσκώνει ο αέρας
να στέκεσαι στη μέση του ουρανού,
κάπως σαν πλατυτέρα, μέχρι να συναντήσεις
μια escaladora Boliviana -μια σιωπηλή κραυγή,
που θα σου επουλώσει τις πληγές στα χέρια
με βοτάνια που αναπτύσσονται
σε σκληρές συνθήκες, όπως κι εσύ.
Πριν κατέβεις, θα εκπληρώσεις τάματα,
ξορκίζοντας με αναμμένες φούντες pinifolia,
τις γαμημένες αποικιοκρατίες.

Κι εμένα τα σαγόνια
θα ανοίξουν σαν ρωγμή
και θα γεμίσουν χώμα,

κι εσένα τα λαγόνια,
λεκάνες από αταξίδευτο χρυσό,
θα γεμίσουν τους ουρανούς.

Ξανθή Μηλίγγου-Γκλεζάκου, Δύο ποιήματα

Artwork: Jerry Ulesman

Αθόρυβοι επισκέπτες στα όνειρά μου ·
μορφές αέρινες που τις κατάπιε ο καιρός
Τους βλέπω
από παραμορφωτικό φακό
Ξέρω:
θέλουν να τους θυμηθώ
Σιωπή που σπάει
Δεν έφυγαν
Μέσα μου ήταν
Δειλοί παρατηρητές·
δεν τολμώ να τους κοιτάξω

*

Έχω έναν μικρούλη θάνατο μεσ’ στη καρδιά μου
Τον ταΐζω ροδοπέταλα, τον ποτίζω ζαχαρόνερο να είναι γλυκός.
Τον νανουρίζω και του λέω παραμύθια· για μεγάλο ταξίδι 
Περιμένω να μεγαλώσει γρήγορα να φύγουμε 
Η μικρή μας βάρκα κάτασπρη μας περιμένει στην όχθη 
Μια μέρα ηλιόλουστη θα πιαστούμε χέρι χέρι και θα μας πάρει το ρεύμα του ποταμού 
Δεν μας νοιάζει που
Μόνο θα λέμε εκείνο το τραγούδι μας·
για το σύννεφο που όλο πάει, χωρίς πίσω να γυρνάει.