Δημήτρης Τρωαδίτης, κάποιες νύχτες το κρύο είναι αόρατο

κάποιες νύχτες το κρύο είναι αόρατο
περνάει από κάτι ανεπαίσθητες ρωγμές
αφήνει μελαγχολικούς σφυγμούς
και στιγμές που καταπλέουν
στην αχλύ του τρεμουλιάσματος

έχει νοτίσει ανεπανόρθωτα
εκείνη την ευγενική όψη σου
που αγαπούσα κι έφυγε ξαφνικά
και την έχω τόσο πεθυμήσει
ζητώντας να ξαποστάσω δίπλα της
σε αλέες αμίλητες
που απορροφούν τις ξερές ανάσες

κάποτε τα χάδια ήταν ανέμελα
και δεν λογάριαζαν τον καιρό
δεν ενέδωσαν σε καύσωνες
και πνιχτά μεσημέρια
δόθηκαν πέρα από ώρες
και σε κάθε ορίζοντα
σε περιστρεφόμενους χορούς

εκτείνονταν σε πλακόστρωτα ανυπότακτα
και δωδεκάδες άδεια σημειωματάρια
με κρυφά μηνύματα που αγρυπνούσαν
που προχωρούσαν πέρα από τη θλίψη
δίπλα στις συστάδες των κυπαρισσιών

τώρα σταλάζουν μέσα σε αδιόρατες χοάνες
αμφίβολης υπόστασης
τώρα που έχεις φύγει
ο ήλιος δεν έχει δύσει ακόμα
αλλά ζει τη δεύτερη ανεστραμμένη μορφή του

Καίτη Δρόσου, Φύλλα φωτιάς

Η καρδιά μου είναι στα μάτια
η καρδιά μου είναι στο στόμα, είναι στα χείλια μου!
…Το φως ταξίδεψε μαζί σου
και που να πάω με μια καρδιά;
ό,τι λέξη κι αν πω
θα ’ναι τ’ όνομά σου, το πρόσωπό σου,
όπου κι αν κοιτάξω!
Μαζί σου ο Απρίλης μου
κι ο ήλιος μου μαζί σου!
Έλα κι απόψε [ ]
Το φεγγάρι θ’ αργήση…
Κάθε πρωΐ κάθομαι μόνη
στο κατώφλι μου
Σπειρί σπειρί μαζεύω τις παλιές καλημέρες σου
για να φτιάξω τον ήλιο
Κάθε βράδι αγκαλιάζω τα λόγια σου
κι αποκοιμιέμαι…
Καληνυχτίζω τ’ άστρα
μονάχη στο κατώφλι μου…
Καληνύχτα
Φυλάω το πράσινο φύλλο
της τελευταίας μας συνάντησης.

*Τπο ποίημα προέρχεται από την ιστοσελίδα www.catisart.gr

Κατερίνα Φλωρά, Φλοίσβος

Artwork: Σοφία Αντωνακάκη

Στης επόμενης στιγμής στου αχού την άκρη
στάθηκε το βλέμμα
προτού χαθεί στην αδιάλειπτη κίνηση των κυμάτων

Ανάμεσα στο θρόισμα των φωνών
ηχηρή η πρόζα
καταλαμβάνει τον χώρο αδιάκριτα

Ασύνορο παρόν μας συντροφεύει αβίαστα
ακολουθώντας τον βηματισμό μας
την άηχη τυχαία πορεία απουσία σκοπού

Θεόδωρος Μπασιάκος (30/1/1963—19/7/2020), Allegro con falso

Είμαι Βαλκάνιος
Άγριος
Τυραννοανασκολοπιστής
άναντάν παπαντάν
Για αίμα ψοφάω’ και σεξ
(ψοφάω σου λέω
γι’ αυτό ζω)

Εγώ — κόκκορας!
μέσ’ στ’ άγρια χαράματα
ξυπνάω, να τραγουδήσω

Εγώ — κόκκορας!
τη μέρα 2, 3 βολές
το χαρέμι μου κανονίζω

Άμα πίνω πίνω
για να μεθύσω μόνο

Στο λαιμό μου
το ξουράφι του βάνει ό μπαρμπέρης
Χ ρ ρ ρ ά τ ς ! καί μου την ανάβει
Πεθαίνω! όμως πεθαίνω γελώντας

(Σκουλίκια — τα τρώγω!
δε με τρώνε… )

Josefa M.R. Martinez, Brindis / Πρόποση

¡Salud compañeras! La Anarquía
Ya tremola el pendón libertador;
¡Hurra, hermanos queridos, a la lucha!
¡Fuerte el abrazo, sereno el corazón!

Miradlo ¡si! ¿No veis el horizonte
Radiante luz iluminando estar?
Y entre inmensos cendales ondeando
Nuestro rojo pendón. ¡Hurra a luchar!

Que no haya entre nosotras rezagadas
Nuestra lucha es a muerte y sin cuartel;
¡Hurra! Hermanas queridas, otro esfuerzo,
Y ¿quién duda que habremos de vencer?

Estrechemos las filas, camaradas
El rojizo pendón al tremolar,
¡Anarquía y Salud! ¡Y destrozadas
Las falanges burguesías huirán!

Serenas, sin temor, siempre avanzando,
Siempre altivas marchando por doquier,
Los esbirros burgueses arrollando
Destrozando las leyes y el poder.

¡Compañeros! Cada claro en nuestras filas
Contestando ha de ser con la explosión,
Y así, cual torrente, iremos formidable
Proclamando Social Revolución.

ΠΡΟΠΟΣΗ

Χαίρετε, σύντροφοι! Αναρχία!
Η απελευθερωτική σημαία κυματίζει ήδη.
Ζήτω, αγαπητοί αδελφοί, στον αγώνα!
Γερό αγκάλιασμα, γαλήνια καρδιά!

Κοιτάξτε το! Δεν βλέπετε τον ορίζοντα,
με το λαμπερό φως να τον φωτίζει;
Και ανάμεσα σε τεράστια πέπλα,
κυματίζει το κόκκινο λάβαρό μας. Ζήτω ο αγώνας!

Ας μην υπάρχουν καθυστερημένοι ανάμεσά μας.
Ο αγώνας μας είναι μέχρι θανάτου και χωρίς δισταγμό.
Ζήτω! Αγαπητές αδελφές, άλλη μια προσπάθεια,
και ποιος αμφιβάλλει ότι θα νικήσουμε;

Ας συσπειρώσουμε τις τάξεις μας, σύντροφοι,
καθώς κυματίζει το κοκκινωπό λάβαρο,
Αναρχία και Ζήτω! Και συντετριμμένες,
οι αστικές φάλαγγες θα φύγουν!

Ήρεμοι, ατρόμητοι, πάντα προχωρώντας,
πάντα περήφανοι παντού,
συντρίβοντας τους μπράβους των αστών,
καταστρέφοντας τους νόμους τους και την εξουσία.

Σύντροφοι! Κάθε κενό στις τάξεις μας
πρέπει να καλυφθεί με μια έκρηξη,
Και έτσι, σαν τρομερός χείμαρρος, θα προχωρήσουμε,
κηρύσσοντας την Κοινωνική Επανάσταση.

*Traducción / Μετάφραση: Stelios Karayanis

**Η Josefa M.R. Martinez ήταν αναρχική και φεμινίστρια ποιήτρια, συνεργάτιδα της εφημερίδας “La Voz de la Mujer” (Η Φωνή των Γυναικών), στην Αργεντινή, που εκδόθηκε μεταξύ 1896 και 1897.

Ο σουρεαλισμός στην Κοινωνική Επανάσταση του 1936

Δεν υπάρχει ελευθερία
για τους εχθρούς της ελευθερίας.
Δήλωση της 20ής Ιουλίου 1936.

Οι φρουρές του ισπανικού Μαρόκου και ορισμένες μεραρχίες της μητρόπολης έχουν εξεγερθεί. Αφρικανικά στρατεύματα προσπαθούν να αποβιβαστούν στην Algeciras. Όλη η εργαζόμενη Ισπανία στέκεται ομόφωνα ενάντια στη φασιστική καταιγίδα. Οι ανθρακωρύχοι του Ρίο Τίντο αναχωρούν προς την εξεγερμένη Σεβίλλη, συνοδευόμενοι από φορτηγά γεμάτα δυναμίτη. Οι ανθρακωρύχοι του Linares καταλαμβάνουν το Despeñaperros για να εμποδίσουν τη διέλευση του ανδαλουσιανού στρατού. Η Μαδρίτη, που απειλείται, θα υπερασπιστεί από τους γενναίους μαχητές του Οκτωβρίου που έφτασαν από τις Αστούριες.

Το Λαϊκό Μέτωπο συνειδητοποιεί πλέον το κόστος του σεβασμού προς τον ταξικό εχθρό: η κυβέρνηση διανέμει επιτέλους όπλα στις εργατικές μάζες. Οι πολιτοφυλακές που σχηματίστηκαν αμέσως περιπολούν και επιβλέπουν.

Η γαλλική κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου, η οποία έχει αντιμετωπίσει τον φασιστικό εχθρό με ακόμη μεγαλύτερη επιφύλαξη από την ισπανική, θα συνειδητοποιήσει ότι απειλείται από τον ίδιο κίνδυνο; Μέχρι πότε τα κόμματα που την υποστηρίζουν θα παραμελούν να εξοπλίσουν την εργατική τάξη;

Υπάρχει, ωστόσο, ένα μέτρο διεθνούς αλληλεγγύης που επιβάλλεται επειγόντως. Η καθυστέρησή του θα σήμαινε παραχώρηση εις βάρος της πιο στοιχειώδους σύνεσης, της δικαιοσύνης, της αξιοπρέπειας: ο Gil Robles, ο άνθρωπος του ισπανικού φασισμού, έχει βρει καταφύγιο στο Biarritz.

ΣΥΛΛΑΒΕΤΕ ΤΟΝ GIL ROBLES.

20 Ιουλίου 1936

Υπογράφουν
ADOLPHE ACKER, ANDRÉ BRETON, CLAUDE CAHUN, PAUL ELUARD, ARTHUR HARFAUX, MAURICE HENRY, GEORGES HUGNET, MARCEL JEAN, DORA MAAR, LÉO MALET, GEORGES MOUTON, HENRI PASTOUREAU, BENJAMIN PÉRET, GUI ROSEY, YVES TANGUY Y CIERTO NÚMERO DE COMPAÑEROS EXTRANJEROS.

*Από το έργο «Textos y declaraciones surrealistas, 1924/1939» (Σουρεαλιστικά κείμενα και δηλώσεις, 1924/1939) που εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο @pepitaseditorial το 2008.

Angela Figuera Aymerich, Δεν θέλω να μου κλείνουν το στόμα όταν λέω δεν θέλω

Δεν θέλω
τα φιλιά να πληρώνονται,
το αίμα να πουλιέται,
το αεράκι να αγοράζεται,
η ανάσα να νοικιάζεται.

Δεν θέλω
να καίγεται το στάρι
και να λείπει το ψωμί.

Δεν θέλω
να υπάρχει κρύο στα σπίτια,
να υπάρχει φόβος στους δρόμους,
να υπάρχει οργή στα μάτια.

Δεν θέλω
να φυλακίζονται στα χείλη τα ψέματα,
να φυλακίζονται στα θησαυροφυλάκια τα εκατομμύρια,
να φυλακίζονται στις φυλακές οι τίμιοι άνθρωποι.

Δεν θέλω
ο γεωργός να δουλεύει χωρίς νερό,
ο ναυτικός να ταξιδεύει χωρίς πυξίδα,
στο εργοστάσιο να μην ανθίζουν κρίνα,
στο ορυχείο να μη βλέπουν την αυγή,
στο σχολείο να μη γελά ο δάσκαλος.

Δεν θέλω
οι μανάδες να μη φορούν άρωμα,
οι νέες κοπέλες να μην έχουν έρωτες,
οι πατέρες να μην έχουν καπνό,
στα παιδιά οι Τρεις Μάγοι
να φέρνουν μόνο πλεκτές φανέλες και τετράδια.

Δεν θέλω
η γη να μοιράζεται σε κομμάτια,
στη θάλασσα να χαράζονται κυριαρχίες,
στον αέρα να ανεμίζουν σημαίες,
στα ρούχα να μπαίνουν διακριτικά.

Δεν θέλω
ο γιος μου να παρελαύνει,
ούτε κανενός μάνας οι γιοι να παρελαύνουν
με το τουφέκι και τον θάνατο στον ώμο·
ποτέ να μη ρίχνονται τουφεκιές,
ποτέ να μην κατασκευάζονται τουφέκια.

Δεν θέλω
να με εξουσιάζουν ο τάδε κι ο δείνα,
να με κατασκοπεύει ο απέναντι γείτονας,
να μου κολλούν ταμπέλες και σφραγίδες,
να ορίζουν με διατάγματα τι είναι ποίηση.

Δεν θέλω
να αγαπώ κρυφά,
να κλαίω κρυφά,
να τραγουδώ κρυφά.

Δεν θέλω
να μου κλείνουν το στόμα
όταν λέω

ΔΕΝ ΘΕΛΩ…

(1948)

*Η ξεριζωμένη ποιήτρια Angela Figuera Aymerich έζησε και έγραψε στη Soria. Διώχθηκε μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου στην Ισπανία: της αφαίρεσαν το πανεπιστημιακό της πτυχίο και έχασε τη θέση της ως καθηγήτρια. Για ένα διάστημα, εκείνη και ο γιος της, που γεννήθηκε μέσα σε έναν βομβαρδισμό, έζησαν στις όχθες του ποταμού Duero. Τα βιβλία της «Mujer de barro» (Γυναίκα από πηλό) και «Soria pura» (Καθαρή Σόρια) αντιμετώπισαν προβλήματα λογοκρισίας εξαιτίας του αισθησιασμού τους και της εξέγερσής τους απέναντι στη φτώχεια, τις καταχρήσεις και την ερήμωση της μεταπολεμικής εποχής.

Georg Trakl, Τρία ποιήματα

ΒΡΑΔΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Σε σκοτεινά μονοπάτια περπατώντας το βράδυ
οι χλωμές μας μορφές εμφανίζονται μπρος μας.

Όταν διψάμε
πίνουμε απ’ τ’ άστρα νερά της λιμνούλας
των θλιμμένων παιδιάτικων χρόνων τη γλύκα.

Κατάκοποι ηρεμούμε κάτω απ’ την κουφοξυλιά
τους γκρίζους κοιτάζοντας γλάρους.

Νέφη σωριάζονται εαρινά πάνω απ’ τη σκοτεινή πολιτεία
που κρύβει των Μοναχών τις πιο ευγενικές εποχές.

Τα λεπτά σου όταν έπιασα χέρια
τα στρογγυλά ανασήκωσες ήρεμα μάτια.
Αυτό πάει τώρα καιρός.

Μα καθώς μελωδία σκοτεινή την ψυχή πλημμυρίζει
προβαίνεις, Λευκή, στο φθινοπωριάτικο τοπίο του φίλου.

*

ΣΤΟ ΒΑΛΤΟ

Οδοιπόρος στο μαύρο αγέρα· στη γαλήνη του βάλτου
σιγαλά μουρμουρίζει η ξερή καλαμιά. Στον γκρίζο ουρανό
σμήνος άγριων πουλιών ακλουθάει
λοξά πάνω από νερά σκοτεινά.

Αναστάτωση. Μέσα σε ρεπιασμένη καλύβα
με μαύρα φτερά φτερουγίζει η σαπίλα·
σακατεμένες στον άνεμο στενάζουν σημύδες.

Βράδυ σ’ έρμη ταβέρνα. Απαλή βαρυθυμιά
οσμίζεται το γυρισμό απ’ τα κοπάδια που βόσκουν·
νύχτια εμφάνιση: απ’ τ’ ασημένια νερά ξεπροβάλλουν φρύνοι.

*

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Βράδυ σωπαίνει στο δάσος
του κούκου ο θρήνος.
Γέρνουν πιο κάτω τα στάχυα
kι οι παπαρούνες.

Μπόρα θολή φοβερίζει
πάνω απ’ το λόφο.
Των τζιτζικιών το τραγούδι
στους αγρούς σβήνει.

Της καστανιάς δεν κουνιέται
πια ούτε ένα φύλλο.
Στη στριφτή σκάλα θροΐζει
το φόρεμά σου.

Στη σκοτεινή καμαρούλα
φέγγει γαλήνιο
το κερί κι ένα ασημένιο
χέρι το σβήνει.

Άναστρη νύχτα, γαλήνη.

*Από το βιβλίο “Γκέοργκ Τρακ Ποιήσεις”, μετάφραση Δημ. Στ. Δήμου, εκδ. Το ροδακιό, 1993.

Μιχάλης Κατσιγιάννης, Το σεντόνι

Στην απούσα λήθη
Βροχή απαστράπτουσα
Στους ήρεμους λαιμούς των κύκνων
Ομοίωμα υστερίας
Εκτυλίσσεται στο παρασκήνιο
Το βάθος της μνείας
Ομοίωμα υπνηλίας
Αναδημιουργείται η σιωπή
Μεταξύ χλωμών προσώπων
Με ιπτάμενες πάγιες θέσεις
Που ανανεώνουν
Το άγχος του αποχωρισμού
Χωρίς να ενώνουν τους λαιμούς τους.

*Από τη συλλογή «Μετα-ελεγείες», εκδ. Εξιτήριον, 2025.

Λίνα Φυτιλή, Αλπικά δάση

Εδώ και τώρα
γίνομαι λαβύρινθος
για να με διασχίσεις.
Εδώ και τώρα
στην κόψη του δρόμου
για την επί τόπου στροφή –
ξάγρυπνη
προσπαθώ να κρατήσω
τα αλπικά σου δάση
ζεστά –
πάνω σ’ αυτό το βάθρο των υψών
όπου ο άνεμος μανιάζει
μέρες.
Από δω και πέρα
όλα θα κρατήσουν
σαν όρκος τυφλός
κι η σαγήνη
δεν θα ’χει πεθάνει.

.