Cesare Pavese, Πέντε ποιήματα

Κόκκινη γη 

Κόκκινη γη μαύρη γη,
εσύ έρχεσαι απ’ τη θάλασσα,
απ’ τη φρυγμένη βλάστηση,
όπου λέξεις αρχαίες
κι αιμάτινος μόχθος
και γεράνια στα βράχια-
δε γνωρίζεις τι φέρνεις
από θάλασσα λέξεις και μόχθο,
εσύ, πλούσια σαν μνήμη,
σαν τ’ άνυδρα χώματα,
συ σκληρή και γλυκύτατη
λέξη, αρχαία από αίμα
συσσωρευμένο στα μάτια˙
νεαρή, σαν καρπός
που εποχή είναι και μνήμη-
αναπαύεται η ανάσα σου
κάτω απ’ τον αυγουστιάτικο τον ουρανό,
το βλέμμα σου ελιές
που γλυκαίνουν τη θάλασσα,
και συ ζει ξαναζείς
δίχως έκπληξη, σίγουρη
σαν τη γη σκοτεινή
σαν τη γη, πατητήρι
των ονείρων και των εποχών
που αναδύεται μες στο φεγγάρι
πανάρχαιο, όπως
τα χέρια της μάνας σου
η χύτρα της τζάκι.

*

Είσαι σαν κάποια γη

Είσαι σαν κάποια γη
που κανένας ποτέ δεν ονόμασε.
Δεν περιμένεις τίποτα
μόνο τη λέξη
που θ’ αναβλύσει απ’ το βάθος
σαν καρπός στα κλαριά.
Ένας άνεμος σε προλαβαίνει.
Στεγνά και μαραμένα πράγματα
σε κατακλύζανε και φεύγουν με τον άνεμο.
Μέλη και λόγια αρχαία. Τρέμεις
μέσα στο καλοκαίρι.

*

Το πρωί γυρίζεις πάντα 

Η πρώτη αχτίδα της αυγής 
ανασαίνει με το στόμα σου
στο βάθος των έρημων δρόμων. 
Γκρίζο φως τα μάτια σου 
γλυκές σταγόνες της αυγής 
πάνω στους σκοτεινούς λόφους. 
Το βήμα σου κι η αναπνοή σου 
πλημμυρίζουν τα σπίτια 
σαν τον άνεμο της αυγής.
Η πόλη ριγεί, 
ευωδιάζουν οι πέτρες- 
είσαι η ζωή, το ξύπνημα.

Άστρο χαμένο 
στο φως της αυγής 
ψίθυρος αύρας,
θαλπωρή, ανάσα-
τελείωσε η νύχτα.

Είσαι το φως και το πρωί . 

*

Τη νύχτα που κοιμήθηκες 

Ακόμα κι η νύχτα σου μοιάζει,
η μακρινή νύχτα που κλαίει 
βουβά , βαθιά στην καρδιά, 
και τ΄ άστρα περνούν κουρασμένα. 
Κάποιο μάγουλο αγγίζει άλλο μάγουλο-
είναι ένα παγωμένο ρίγος, κάποιος 
παλεύει, σ’ ικετεύει, μόνος,
χαμένος μέσα σου, μέσα στον πυρετό σου.

Η νύχτα υποφέρει, λαχταρά την αυγή,
φτωχή καρδιά που τρέμεις. 
Ω , κλειστό πρόσωπο, σκοτεινή αγωνία,
πυρετέ που πικραίνεις τ’ αστέρια,
υπάρχει κάποιος που σαν κι εσένα 
λαχταρά την αυγή
γυρεύοντας το πρόσωπο σου στη σιωπή. 
Απλώθηκες κάτω απ’ τη νύχτα 
σαν ένας κλειστός, πεθαμένος ορίζοντας 
Φτωχή καρδιά που τρέμεις,
κάποτε ήσουν η αυγή.

*

Εσύ δεν ξέρεις 

Εσύ δεν ξέρεις τους λόφους
εκεί που χύθηκε το αίμα.
Όλοι μας φεύγαμε
όλοι μας ρίξαμε
το όπλο και τ’ όνομά μας. Μια γυναίκα
μας κοιτούσε που φεύγαμε.
Ένας μονάχα από μας
στάθηκε εκεί με σφιγμένη γροθιά,
είδε τον άδεια ουρανό,
έσκυψε το κεφάλι και πέθανε
μπροστά στον τοίχο, σωπαίνοντας.
Τώρα, ένα αιμάτινο κουρέλι
και τ’ όνομά του. Μια γυναίκα
μας περιμένει στους λόφους.

Jack Kerouac, Χορικά από το «Mexico City Blues»

110ο Χορικό

Ξέρω τον τρόπο ν’ αντέχω το δηλητήριο
Και την αρρώστια που γνωρίζει ο άνθρωπος,
Μέσα σ’ αυτό το κενό. Δεν είμαι μαθητούδι
Όταν φτάνει η στιγμή να θυμηθώ
Την αιωνιότητα των βασάνων
Που έχω σιωπηλά διατρέξει,
Δίχως παράπονο, νιώθοντας μέσα μου
Τον πόνο το ύψιστο, εεε, μυστήριο.
Τ’ απογεύματα όταν ήμουν παιδί άκουγα
Τα ραδιοφωνικά προγράμματα για να παρακολουθώ
Τη σαβούρα ανάμεσα στις ανακοινώσεις,
Γνωρίζοντας πως ο τσακισμένος είναι ευτυχής
Μόνο και μόνο γιατί είναι αρκετά
Τρελός ώστε να εκτιμά κάθε τι
Ασήμαντο που προβάλλεται εκεί μέσα
Στην καταιγιστική πληθώρα του ματιού του
Υπερβατικός εσωτερικός Νους
όπου υπέροχα ακτινοβόλα Φορεία
μεταφέρουν οι ελέφαντες
μες στους δεντρόκηπους που κυλά γάλα
πέρα από παράδεισους καταρρακτών
στην κοιλάδα με τα αστραφτερά πετράδια
βαθυπόρφυρο καθιστώντας έναν αρχαίο ωκεάνιο
βυθό μη-ανακαλυφθέντος μεγαλείου
στην καρδιά της δυστυχίας

*


225ο Χορικό

Το κενό που είναι τόσο ελκυστικό
                στη διάρκεια του ύπνου
Δεν έχει θέση και ούτε μοτίβο˙
Κι όμως συνεχίζω ακατάπαυστα την πνευματική αναζήτηση
Και την γεωγραφική περιπλάνηση
Για να βρω το Ιερό Γάλα Εντός
Που η Νταμέμα χάρισε σε όλους.

Η Νταμέμα, η Μητέρα κάθε Βούδδα.
                Του Γάλακτος Μητέρα

Μες στο σκοτάδι χολωμένος διαμαρτύρομαι
Με τον πιο ηλίθιο εαυτό μου
Γιατί υποκρίνομαι πως πιστεύω
Στην πραγματικότητα των πάντων
Ειδικά στην επονομαζόμενη πραγματικότητα
Της μεταβίβασης της Πειθαρχίας
Ολάκερη τη δοκιμή στην καλύβα της ερήμου
Και την υπεράνθρωπη μοναξιά
Και την αδιάκοπη φωτισμένη έκσταση
Στην ύπαιθρο δίχως έγνοιες
Και τοίχους να σε περικλείνουν
Τον Φωτεινό Εσωτερικό Παράδεισο
Της Έναστρης Νύχτας
Του απομεσήμερου του Μορφασμού του Σύννεφου-
                Ω, Αχ, Χρυσός, Μέλι,

                Έχασα τον δρόμο μου.

*Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

Μάρκος Μέσκος, Η αρπαγή της Μυρτιάς

Μάλλον θάμνος του Νότου εσύ -ενώ τα κόκαλά μου δείχνουν προς Βορράν
σαν μοίρα τρελής εποχής πολέμησα κι εγώ τους Ουστάσι
παιδί ακόμα με τη γεύση στον ουρανίσκο από τα τζίτζιφα και το κεράσι,
πάλι καλά, ο πατέρας μου πήγε λίγο μακρύτερα εις την Μικράν

Ασίαν -μα τι λέω ο φαντασμένος; Ξεστράτισα Μυρτιά μου, τη ζωή
σου την πανέμορφη ζηλεύω, βρέχει χιονίζει τα μάτια σου ανθίζουν
πέταλα λευκά, στα χαμηλά ψίθυροι στήμονες του αέρα που ελπίζουν
στο βουνό, στη ρεματιά, στο ακροθαλάσι κάτω να γίνουν πνοή.

Πνοή νέας ζωής όχι στεφανωμένου θανάτου, όχι βόγγων και να
θυμάμαι τώρα τη Δάφνη, τον Πυράκανθο, τη Ροδιά, το Πιξάρι
μεταμορφώσεις πονηρές που στολίζουν την έπαρση με αλλότρια χάρη,

άκου να δεις φίλε μου, την κλέψανε την ωραία την πήγαν στα ξένα
ρώτησαν και τ’ όνομά της, θάμνος αυτή μα βρήκε κουράγιο μεγάλο
ιθαγενής, Myrtus Communis, Μυρτιά, είπε με λένε, τίποτε άλλο.

*Δημοσιευμένο στο περιοδικό “Σημειώσεις”, τ. 42, Δεκέμβριος 1993.

Νίκος Σφαμένος, Δύο ποιήματα

Φωτογραφία: Kees Scherer

Εσύ

απογεύματα στα εργαστήρια
ποίησης
πως θα βγει η λέξη
ενώ θαυμάζουν
την ομορφιά σου

γνωριμίες με ποιητές
(τόσοι πολλοί)
το ρίγος που θα νιώθεις
θα ναι μοναδικό

ρώτα κι εμένα
σε τι ωφέλησαν οι λέξεις

*

Κυριακή στην βιτρίνα του βιβλιοπωλείου

το βιβλίο
-συλλεκτικό-
με συγκινητικό σημείωμα
του συγγραφέα
ενώ
κάπου αλλού 
όλοι μαζί
θα διαβάζουν τα ποιήματα τους
με τις πρώτες γουλιές
θ’ αρχίσουν να γελάνε
συζητήσεις για τα επόμενα 
τρομερά ποιήματα

κι εκείνη η φωνή πίσω σου:

«εσύ καλά το πήγες
αλλά τώρα τι γίνεται;»

Μαρία Κασσιανή Πανούτσου, Τρία ποιήματα 

Artwork: Tony Tuckson

Το πένθος ταιριάζει στην κάθε Ηλέκτρα

The Next Best Thing to Death
Is resurrection
Winston Tong

Αφήνω στίγμα
στην ανθρωπότητα
και περιγράφω την πληγή
που αιμορραγεί.

Ξέχασα τα βέλη του τόξου,
τις βόμβες του πολιτισμού,
τους ανθρώπους που πληγώνουν·
και ρώτησα τον Έρωτα,
τον φτερωτό:
«Γιατί τόσο τυφλός,
πανούργος του πολέμου εραστής,
είσαι;»

Με κοίταξε πιότερο θλιμμένος
από μένα την ίδια,
με βλέμμα που με λύπησε
για να προχωρήσω στη συζήτηση.

‘Ετσι,
πέταξα ένα φτερό στον Έρωτα,
ένα πούπουλο για χαιρετισμό,
ρωτώντας τον από πότε έχει να
μιλήσει με τα πετούμενα.

Ύστερα, ξεθαρρεύοντας,
ανύψωσα τη σημαία τη λευκή.
Και κατρακυλώντας στον Άδη
τραγουδώντας,
ονειρεύτηκα πως άνοιξα ένα μπαούλο
στην τύχη·
και μέσα βρήκα την ιστορία της ζωής μου
γραμμένη σε στίχους.

*

Πίνω

Ό,τι δεν καταλαβαίνω το ονομάζω βρικόλακα.
Τους στοιβάζω όλες τις αμαρτίες του κόσμου.
Χάρη και προτέρημα αφήνω στην άκρη.
Από τα μύρια που ξερνάνε έξω
οι άγγελοι και οι διάβολοι
από το κουτί της Πανδώρας,
διαλέγω τα στυφά.

Δεν με αγγίζει ό,τι σου λέω.
Μια βρικόλακας κι εγώ.
Πίνω το αίμα όσων με πλησιάζουν.
Και τώρα θα σου πω την ιστορία μου.
Μια ιστορία αιώνων – lost in space.
Μια ιστορία ανθρώπων – lost in paradise.

*

Ανακούρκουδα

Στον Jean-Michel Basquiat*

Από τη δίψα για γνώση
στη δίψα για τον άνθρωπο,
τον έναν, τον μοναδικό.
Ψάχνοντας στην αλέα,
τα πρόσωπα φωτίζονται
με το δικό μου φως.
Μετά σβήνω το φως
και ξαπλώνω σ’ ένα κρεβάτι
μοναχό,
Ανακούρκουδα.

Στον δρόμο η ζωή
είναι η μόνη ζωή.
Η ζωή σε ένα δωμάτιο
είναι η μόνη ζωή.

Αναθεματίζω,
ευλογώ και τραγουδώ.

*Ο Jean-Michel Basquiat ήταν ζωγράφος. Πέθανε στα 27 του χρόνια.

Aλέξης Τραϊανός, Τρία ποιήματα

Κλείνουν οι δρόμοι ένας-ένας

Υιοθετήσαμε τις απεγνωσμένες
Χειρονομίες των πουλιών
Το ζεστό γλίστρημα των ψαριών

Κι όλ’ αυτά για να μην πεθάνουμε
Τώρα που ο θάνατος
Έγινε μια υπόθεση τόσο εύκολη
Και λογική τόσο…

Ο χώρος όπου και να κοιτάξεις σου επιστρέφει τον πόνο του
Ζω κλεισμένος σ’ ένα φιλί
Κανείς δεν είναι μέσα στο ρίγος της νύχτας
Τα κοιμισμένα όνειρα στις παλάμες μου
Γνώρισαν το σφυγμό ενός ήλιου που μάτωνε
Άλικες πέτρες και σύννεφα
Κι οι βουνοσειρές άλικες
Πώς να ‘ναι ωραίες δίχως εσένα
Δίχως τα μάτια σου να ‘ναι επάνω τους

Είναι μια μακρινή γιορτή χειλιών
Που τα έβαψε όλα

Άλικα βήματα κι η ζωή ξεγυμνώνοντας τη ζωή σου
Που άρχιζε και τέλειωνε
Μέσα στο κάθε πράγμα
Μέσα στο κάθε σήμερα
Μέσα στο κάθε που έζησα

Έτσι έζησα έτσι ζω έτσι θα ζήσω
Χνούδι από άνεμο
Ίσκιωμα φύλλου
Δάκρυ νερού
Άνθρωπος τελειώνοντας μέσα σου
Χνούδι ίσκιωμα δάκρυ

*

Παραδοχή εποχής

Εκείνο το καλοκαίρι
Δαγκάνοντας με τους φλοίσβους του
Τα χείλια της άμμου
Ήρθε
Συναυλία κοχυλιών
Χορός οστράκων
Στην πίστα της παλάμης σου
Ατέρμονη προσδοκία
Του μετώπου μου

Εκείνο το καλοκαίρι
Σταματημένη ηλικία
Ετοίμασε τη βαριά του σφραγίδα

*

Υδρία

Δεν έχω ήλιο να σε κρατήσω

Δεν έχω ήλιο να σε κρατήσω
Φόρεμα να σε ντύσω

Μένει μόνο ο ύπνος μου να σε δέχεται
Στίς μυστικές του κρύπτες
Στίς ανεκπλήρωτες διαθέσεις του
Να σε μαζεύει λίγο λίγο
Σταγόνα σταγόνα μέσα στίς φούχτες μου
Τόσο θρυμματισμένα τόσο επώδυνα
Σαν ένα καθρέφτη ραγίζοντας στο πρόσωπό μου

Έτσι ράγισες έτσι νυχτώνεις
Σβήνοντας ένα ένα όλα τα φώτα
Να γίνει η μεγάλη σιωπή
Να γίνει η μεγάλη στέρηση
Τίμημα της πολλής αγάπης
Τίμημα της πολλής στοργής

ένα έτσι, δύο ποιήματα

όταν στάθηκα
πάνω απ το χείλος της αβύσσου
ο Νίκος μου χαμογέλασε απαλά
και μου πε πως μαγαπά
αν κι ήξερε πως αν πέσω
θα πάρω μαζί μου
την γλυκιά του την ευχή
αυτός τόλμησε να μου την προσφέρει
για αυτό και μόνο
είναι ο πιο θαρραλέος όλων μας
για αυτό και μόνο
απολαμβάνει τόσο το βήμα μου
προς τα πίσω
ίσως λίγο περισσότερο
από όσο κι ο ίδιος μπορώ

*

Θα πρόσθετα χαρές,
δεν θα αφαιρούσα λύπες.
Θα έσκυβα γονυπετής στα πόδια της
χίλιες φορές ακόμη
και θα ακόνιζα με τα δόντια
την λαιμητόμο που κρέμεται
πάνω από το κεφάλι μου.
Θα δούλευα περισσότερο.
Μέχρι τελικής πτώσεως θα έχτιζα
τούτη την μικρή στιγμή
με το κρασάκι μου στο γυαλί
και τον φίλο
που κουνάει στοργικά το κεφάλι.
Θα αναζητούσα την αδικία
σαν τρελός, φτωχός, κατεστραμμένος
για να την ξεπληρώσω με όλη μου την αγάπη.
Θα παρέμενα βουβός, με την γλώσσα πλατιά
στις στάλες της βροχής.
Όλοι κατευθυνόμαστε προς το ίδιο σύννεφο.
Κάποιοι πέφτουν σαν καλοκαιρινή βροχή.

Κάποιοι πέφτουν
με τα πόδια τους στον αέρα.
Κάποιοι είναι αυτό το κύμα
που επιστρέφει ξανά και ξανά.
Τι χαρά να βρίσκομαι εδώ,
σε αυτό το κομμάτι γης
και να σας ευγνωμονώ με όλη μου την καρδιά.

*Για περισσότερα: https://enaetsi.wordpress.com

Dastan Barzan, Χαιρετισμούς στον Μπέκετ

Τα διαμάντια είναι μέσα μου
Κινούνται και
Μεγαλώνουν
Τα εμποδίζω να λάμψουν
Δεν θέλω να διασκορπιστούν
Δεν θέλω να σπάσουν
Δεν θέλω να λιώσουν
Σε έναν κόσμο που είναι σκοτεινός.

Ξέρω πως τίποτα δεν είναι απόλυτα δικό μου
Όμως ο έξω κόσμος δεν αξίζει καμιά λάμψη!
Όπως κάποτε στο παρελθόν
Τα πάντα
Για τον άνθρωπο
Για τον κόσμο
Έλαμπαν
Από εκείνες τις εποχές
Έχω τη δική μου λάμψη.

Όλος ο πλούτος μου είναι η ύπαρξή μου
Η ύπαρξή μου λάμπει
Σε έναν κόσμο
Που δεν αξίζει να λάμπει τίποτα γι’ αυτόν.
Δεν αγαπώ τον πόνο
Αλλά όταν έρχεται ο πόνος, τον σέβομαι

Είμαι κενός
και περπατώ μέσα στο κενό
απτή απόδειξη της ύπαρξης ανθρώπων
αδύναμων και ηττημένων
που η ζωή τους παραλύει όλο και περισσότερο.

Η μοναξιά, το πολύτιμο έργο μου
με τη μοναξιά μου ήμουν κάτι
κάτι μέσα στο κενό
τώρα που η μοναξιά μου έχει φύγει
έγινα κενό μέσα στο κενό.

Παραληρώ
οι άνθρωποι είναι καλοί και
πληρώνουν καλά
εγώ δεν έχω δώσει αξία σε τίποτα
καλό ή κακό
είναι ένα μεταβαλλόμενο δίδυμο
το καθένα ακυρώνει το άλλο.

Κάποτε το φεγγάρι ήταν όμορφο
σε αυτή την εποχή δεν με νοιάζει για την ομορφιά
είναι σκουπίδια
η ομορφιά κάτω από τα πόδια του χρήματος
(έχουμε ομορφιά προς πώληση.)

Τα χρήματα ικετεύουν
κάτω από τα πόδια μου
να τα λυτρώσω από την αδιαφορία μου
έχω μια ψυχή στην αδιαφορία μου
μια ψυχή στο ότι
δεν αποδίδω αξία σε κάποιους
που η εποχή τους ευνοεί
η δύναμη βρίσκεται στο να οργώνεις με τις αντιξοότητες.

Έχω μεγάλο σεβασμό για τους απλούς ανθρώπους
αυτούς που ζουν με αγνή καρδιά και
πεθαίνουν με ειλικρίνεια.

(περιμένετε)

Πώς να διαβάσω
αυτούς τους στίχους το πρωί;
Όπως κι αν τους κοιτάξω
Δεν καταλαβαίνω και
Δεν βγάζω άκρη
Τι τρέλα κάνω;
Τι αναταραχή προκαλώ;
Τι σχέδιο έχω
Τι παιχνίδι σκοπεύω
Τι φάρσα να στήσω;
Συγγνώμη
Εγώ
Δεν σας καταλαβαίνω!
Ή
Ίσως να έχω μπερδέψει τα πράγματα περισσότερο κι από εσάς.
Αυτή τη στιγμή δεν είμαι σίγουρος για τίποτα
Για εσάς
Για τον εαυτό μου
Πρέπει με την ψυχήμου
Να κρατηθώ μακριά από πράγματα που
Αυξάνουν το αίσθημα της μοναξιάς μου
Αν γίνω πιο μοναχικός από αυτό
Θα παγώσω
Αν γίνω πιο μοναχικός από αυτό
Θα χάσω ακόμα και τη μοναξιά.

Ω καρδιά εθισμένη
Είμαι η ζωή
Είμαι ο θάνατος
Είμαι ο μόνος άνθρωπος
Μαζί φίλος και εχθρός
Πρέπει να ξεφύγω από αυτούς
Είμαι αυτή η κατάρα
Ω καρδιά
Αυτή η κατάρα!
Μόνο εσύ μπορείς
Μόνο εσύ
Να είσαι η δικαιολογία
Για την παραμονή μου
Σ’ αυτό το κενό
Ω καρδιά εθισμένη.

Είναι δύσκολο να σκεφτώ
κάποιον μέσα στην καρδιά μου
Είναι δύσκολο κάποιος
να με σκέφτεται μέσα στην καρδιά του

Δεν σκοτώνω καμία γυναίκα με θλίψη
Καμία γυναίκα
Η θλίψη με σκοτώνει
Με μια γυναίκα.

Δεν επιστρέφω στους
προγόνους μου
Οι πρόγονοί μου ήταν ένα όνειρο
Γλυκό ή πικρό
Που άνοιγε τις καρδιές μας
Ευχαριστώ το όνειρο.
Αυτή τη φορά σαν ζεστός αναστεναγμός
Βυθίζομαι μέσα μου
Μήπως επιτέλους καώ και
Τελειώσω.

Κάτι να προλάβει τον άνθρωπο
Ένα άδειο τενεκέ λάδι
Ένα φέρετρο
Ένα κιβώτιο με άμμο
Μια σπάτουλα
Ένας υπόνομος
Ένα κινητό τηλέφωνο
Ένα τροχόσπιτο
Ένα σκισμένο χαρτονόμισμα
Να προλάβει τον άνθρωπο
Να προλάβει ο άνθρωπος τον εαυτό του
Κάτι να προλάβει τον άνθρωπο.

Ελάτε κι εσείς βιταμίνες
Χυθείτε μέσα στο μυαλό μου
Για ένα ζεστό κεφάλι
Ένα πλανεμένο κεφάλι
Ένα ψηλό κεφάλι
Που δεν είναι το δικό μου κεφάλι
Κάντε γρήγορα
Βιαστείτε
Αμέσως
Οι περίπλοκες σκέψεις
Οι τρομακτικές σκέψεις
Όσο πιο γρήγορα
Αφήστε το κεφάλι μου να πέσει στο κενό
Το κεφάλι μου που κρέμεται στον αέρα
Ο αέρας αυτού του κεφαλιού με εξαντλεί
Άραγε τι θα μου συμβεί αυτή τη φορά;

Φύσα, ω άνεμε μες στο μυαλό μου
Βύθισε τον κόσμο στον φόβο
Όπως η καρδιάμου που καταβροχθίζει τηφωτιά
Για χάρη ενός κεφαλιού που είναι φλόγα.

Κοίτα τον άνεμο μες στο μυαλό μου
Πώς καίγομαι από τον πόθο σου
Πώς μέσα σου πίνω τον πόνο της χαράς.

Ο κόσμος μου περιέχει πολλούς άλλους κόσμους
Δεν κουράζεται να δημιουργεί κενό
Πριν το σύμπαν πνιγεί
Πριν το σύμπαν λιώσει.
Ήρθα στον κόσμο
Για να χάσω τους κανόνες ανάμεσά σας
Ήρθα να σας βγάλω από τους παλιούς κόσμους
Να ελευθερώσω τους νεκρούς από τον εαυτό τους
Να πετάξω μακριά τα κλαδιά των περασμένων χρόνων σας.
Πρόταση:
Μη φοβάστε την αναζήτηση, τη φυγή και την πτώση..
Το αύριο είναι όπως το σήμερα
Εκατοντάδες πρωινά έρχονται χωρίς το λάλημα του κόκορα
Έχω δει πολλά από αυτά τα άσπλαχνα πρωινά
Κι έτσι ονόμασα τον εαυτό μου πρωί.
Λοιπόν, καλημέρα σας…
Το πρωί είναι όπως το τώρα
Γιατί γράφω τώρα;
Για το αύριο
Για το τίποτα.

Όσο κι αν το σκέφτομαι, είμαστε πίσω από το παραπέτασμα της ζωής
Η αληθινή ζωή είναι κάπου αλλού
Δεν έχουμε γευτεί τη ζωή
Δεν έχουμε συναντήσει τη ζωή
Η ζωή μας διαπερνά.

(Σταμάτημα)
Νομίζω πως τώρα έγινε πρωί για μένα
Καλημέρα, ω πρωινό.

 Ο Νταστάν Μπαρζάν (Dastan Barzan) γεννήθηκε το 1987 στη Σουλεϊμανίγια του Ιρακινού Κουρδιστάν. Είναι απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών, με ειδίκευση στο θέατρο. Έχει συγγράψει αρκετά βιβλία σε διάφορους τομείς, συμπεριλαμβανομένης της ποίησης, των διηγημάτων, των μυθιστορημάτων και της θεωρίας του θεάτρου. Μερικά από τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, δανικά και περσικά. Έχει εργαστεί και συνεχίζει να δραστηριοποιείται στον τομέα της πολιτιστικής δημοσιογραφίας.

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Ερωμένοι

Edvard Munch, Man and woman

Πλησιάζεις με την κοιλιά·
όπως τα ζώα που παραμονεύουν
το θήραμα. Εγώ, ελάφι
στο μεγάλο του τοίχου υφαντό.
Είναι το φως χαμηλό
μες στο σαλόνι·
κι όπως η νύχτα
σκεπάζει τους αθώους
με τόσα πολλά νύχια
σε προσκαλώ σε συνάντηση
επί του τοίχου.
Στις εισόδους μουγκρίζει
η πιο καλή παρέα – ο
θάνατος· τα σφάγια θα
μας ταΐσουν.
Δεν έχω άλλο σώμα ν’ αναστήσω.
Πιο κάτω τρέμει, αναταράζεται
το φριχτό μου μελάνι
η μαύρη σελήνη μου
– ακριβώς στο σημείο εκείνο
μέσα στο Σύμπαν
όπου στάζει, αχνίζει
το καιόμενο λίπος
των ποιητών.

Λένα Καλλέργη, Το φάντασμα του πόθου

Αν φύγω τώρα
με την επιθυμία μου να καίει
με τη γαλάζια φλόγα της να υψώνεται
χωρίς ν’ ανάβει ένα κερί, να σβήνει από ένα κύμα
αν φύγω τώρα ξαφνικά, αν κάτι μου συμβεί –
δεν φεύγω. Θα γυρίζω εδώ. Θα σας στοιχειώσω.
Όχι όσους χαίρεστε, και δίνεστε, και πίνετε μεδούλι
και στύβετε απ’ την έρημο χυμούς,
όχι εσάς –
μα εκείνους που φοβούνται
και μένουν πίσω, και πεινούν: εσάς θα φοβερίζω
με την αλλόκοσμη φωτιά μου πιο γαλάζια
πάνω σας θα πετώ, θα σπρώχνω
στην αγκαλιά σας αγκαλιά, στο δέρμα σας το δέρμα.
Φιλήστε! Μη διστάζετε. Κι αν δεν μπορείτε ακόμα
τη σπίθα να εξηγήσετε, ούτε το φάντασμά της,
τολμήστε! Θα το μάθετε. Αλλιώς, στοιχειώστε εμένα.