Octabio Paz, Ηλιόπετρα (απόσπασμα)

Marta Gaspar. La robe bleue. Óleo s/madera (1982)

[…] μια ιτιά κρυστάλλινη, μια υδρόεσσα λεύκα,
ένα ανεμοδαρμένο σιντριβάνι,
ένα δέντρο βαθύ που όμως χορεύει,
το πέρασμα ενός ποταμού που ελίσσεται,
μακραίνει, αναποδίζει, αλλάζει κοίτη
και πάντα εκβάλλει:
μία πορεία γαλήνια
άστρου ή άνοιξης που δεν επείγει,
νερό που με τα βλέφαρα κλεισμένα
όλη τη νύχτα μαντικό αναβλύζει,
μια ομόφωνη ροή κύμα το κύμα
ώσπου να κρύψει η τρικυμία τα πάντα,
μια πράσινη επικράτεια δίχως δύση
όπως η λάμψη η άγρια των φτερούγων
σαν ξεδιπλώνουν στ’ ουρανού τη μέση,
μία πορεία ανάμεσα απ’ τις λόχμες
των ημερών που θά ‘ρθουν κι η μοιραία
λάμψη της δυστυχίας σαν τραγούδι
ενός πουλιού που απολιθώνει δάση
και κείνες οι ευτυχίες απ’ το μέλλον
μες στα κλαδιά που ξεθωριάζουν,
ώρες φωτός που ήδη πουλιά ραμφίζουν,
οιωνοί που δραπετεύουν απ’ τα χέρια,
μια παρουσία σαν έξαφνο τραγούδι,
σαν άνεμος που τραγουδά στις φλόγες,
δυο μάτια που τον κόσμο μετεωρίζουν
μ’ όλα τα πέλαγα και τα βουνά του,
σώμα από φως που φίλτραρε ο αχάτης,
μηροί από φως, κοιλιά από φως, οι κόλποι,
οι βράχοι του ήλιου, ένα κορμί στο χρώμα
του σύννεφου, στο χρώμα άλτριας μέρας,
η ώρα σπινθηρίζει, παίρνει σώμα,
είναι ορατός στο σώμα σου ήδη ο κόσμος,
διάφανος μες στη διαφάνειά σου […]
γραφή φωτιάς επάνω στον νεφρίτη,
άνασσα των φιδιών, σχισμή στον βράχο,
στήλη του ατμού, πηγή μέσ’ απ’ την πέτρα,
αυλή του φεγγαριού, αετοράχη,
σπέρμα γλυκάνισου, θανάτου αγκάθι
ελάχιστο που δίνει αθάνατα άλγη,
ποιμένισσα κοιλάδων υποβρύχιων,
επόπτρια μες στην κοιλάδα του Άδη,
λιάνα πιασμένη απ’ τους γκρεμούς του ιλίγγου,
φυτό που αναρριχάται όλο φαρμάκι,
λουλούδι ανάστασης, ζωής σταφύλι,
κυρά της αστραπής και της φλογέρας,
βραγιά των γιασεμιών, στο τραύμα αλάτι,
μπουκέτο ρόδα στον τουφεκισμένο,
σελήνη της αγχόνης, χιόνι Αυγούστου,
γραφή θαλάσσης πάνω στον βασάλτη,
πάνω στην έρημο η γραφή του ανέμου,
μια διαθήκη του ήλιου, ρόδι, στάχυ,
όψη καμένη, καταφαγωμένη,
όψη εφηβική, κατατρεγμένη,
χρόνια φαντάσματα, κύκλιες ημέρες
που σ’ ίδια αυλή οδηγούν, στον ίδιο τοίχο,
καίει η στιγμή, κι είναι μια όψη μόνο
οι όψεις οι διαδοχικές της φλόγας,
ένα όνομα όλα τα ονόματα είναι,
όλα τα πρόσωπα είναι ένα μόνο,
μονάχα μια στιγμή όλοι οι αιώνες,
και πάντα στους αιώνες των αιώνων
θα φράζουν του αύριο την οδό δυο μάτια,
τίποτα εμπρός μου, μια στιγμή μονάχα
ανακτημένη απόψε, ονειρεμένη
πέρ’ απ’ του ονείρου τις μεικτές εικόνες,
στ’ όνειρο επάνω βίαια λαξεμένη,
απ’ το μηδέν βγαλμένη αυτής της νύχτας,
με τα δικά μου χέρια αναστημένη
γράμμα το γράμμα, ενώ έξω επείγει ο χρόνος
και της ψυχής μου κρούει σκαιά τις πόρτες
ο κόσμος με ωράριο σαρκοβόρο […]
όλα μεταμορφώνονται, όλα αγιάζουν,
κέντρο του κόσμου κάθε κάμαρα είναι,
κάθε μια πρώτη νύχτα, πρώτη μέρα,
γεννιέται ο κόσμος όταν δυο φιλιούνται,
μια στάλα φως στα διάφανά μας σπλάχνα
η κάμαρα σαν φρούτο μισανοίγει
ή εκρήγνυται σαν σιωπηλό αστέρι
κι οι νόμοι φαγωμένοι απ’ τα ποντίκια,
κάγκελλα τραπεζών, δεσμωτηρίων,
συρματοπλέγματα, χάρτινες γρίλιες,
τ’ αγκάθια, τα κεντριά και οι σφραγίδες,
το μονόχορδο κήρυγμα των όπλων,
μελίρρυτοι σκορπιοί με πετραχήλι,
ο τίγρης με το ημίψηλο που ηγείται
του Ερυθρού Σταυρού ή των Χορτοφάγων,
όνοι παιδαγωγοί κι εθνοπατέρες,
κροκόδειλοι που κάνουν τους σωτήρες,
ο Ηγέτης, το τσακάλι, ο εργολάβος
του μέλλοντος, το ένστολο γουρούνι,
ο υιός ο εκλεκτός της Εκκλησίας
που πλένει μ’ αγιασμό τα μαύρα δόντια
κι ακούει μαθήματα αγγλικών κατ’ οίκον
ή και δημοκρατίας, αθέατοι τοίχοι
και σάπιες προσωπίδες που χωρίζουν
τον άνθρωπο απ’ τους άλλους τους ανθρώπους,
τον άνθρωπο απ’ τον ίδιο,
καταρρέουν
σε μια αχανή στιγμή καθώς για λίγο
νιώθουμε τη χαμένη ενότητά μας,
τη δόξα και την ερημιά του ανθρώπου
που θάνατο, ήλιο και ψωμί μοιράζει,
το ξεχασμένο σάστισμα πως ζούμε […]

*”Ηλιόπετρα”, εκδ. Μαϊστρος, 2007. Μετάφραση; Κώστας Κουτσουρέλης.

Blanca Varela (Λίμα, Περού – 1926-2009) Vals del Ángelus / Το βαλς του Άγγελου

Salvador Dali, The Angelus (1935)

Ve lo que has hecho de mí, la santa más pobre del museo,
la de la última sala, junto a las letrinas,
la de la herida negra como un ojo bajo el seno izquierdo.
Ve lo que has hecho de mí, la madre que devora sus crías,
la que se traga sus lágrimas y engorda, la que debe abortar
en cada luna, la que sangra todos los días del año.
Así te he visto, vertiendo plomo derretido en las orejas
inocentes, castrando bueyes, arrastrando tu azucena,
tu inmaculado miembro, en la sangre de los mataderos.
Disfrazado de mago o proxeneta en la plaza de la Bastilla
—Jules te llamabas ese día y tus besos hedían a fósforo y
cebolla. De general en Bolivia, de tanquista en Vietnam,
de eunuco en la puerta de los burdeles de la plaza México.
Formidable pelele frente al tablero de control; grand chef
de la desgracia revolviendo catástrofes en la inmensa
marmita celeste.
Ve lo que has hecho de mí.
Aquí estoy por tu mano en esta ineludible cámara de tortura,
guiándome con sangre y con gemidos, ciega por obra y gracia
de tu divina baba.
Mira mi piel de santa envejecida al paso de tu aliento,
mira el tambor estéril de mi vientre que sólo conoce el ritmo
de la angustia, el golpe sordo de tu vientre que hace silbar
al prisionero, al feto, a la mentira.
Escucha las trompetas de tu reino. Noé naufraga cada mañana,
todo mar es terrible, todo sol es de hielo, todo cielo es de piedra.
¿Qué más quieres de mí?
Quieres que ciega, irremediablemente a oscuras deje de ser el
alacrán en su nido, la tortuga desollada, el árbol bajo el hacha,
la serpiente sin piel, el que vende a su madre con el primer vagido,
el que sólo es espalda y jamás frente el que siempre tropieza, el que
nace de rodillas, el viperino, el potroso, el que enterró sus piernas
y está vivo, el dueño de la otra mejilla, el que no sabe amar como a
sí mismo porque siempre está solo. Ve lo que has hecho de mí.
Predestinado estiércol, cieno de ojos vaciados.
Tu imagen en el espejo de la feria me habla de una terrible semejanza.

Δες αυτό που έκανες σε μένα τη πιο φτωχή αγία του μουσείου,
σ’ αυτή της τελευταίας σάλας, δίπλα στα αποχωρητήρια,
σ’ αυτή με τη μαύρη πληγή,σαν ένα μάτι κάτω απ’ τον αριστερό κόρφο.
Δες αυτό που μου έκανες, στη μάνα που κατασπαράσει τα παιδιά της,
σ’ αυτή που καταπίνει τα δάκρυά της και θρέφεται μ’ αυτά, σ’ αυτή που πρέπει να αποβάλλει
σε κάθε φεγγάρι, σ αυτή που ματώνει όλες τις μέρες του χρόνου.
Έτσι σε είδα, σκορπώντας μολύβι χυμένο μες στα αθώα αυτιά,
ευνουχίζοντας ταύρους, σέρνοντας τον κύκνο σου,
το άσπιλο μέλος σου, μέσα στο αίμα των σφαγέίων.
Καμουφλαρισμένο σε μάγο η προξενητή μέσα στην πλατεία της Βαστίλης
—Ζιλ ήταν το όνομα σου εκείνη τη μέρακαι τα φιλιά σουβρωμούσαν κρεμύδι και
φωσφόρο.Στρατηγό στη Βολιβία,οδηγό τανκς στο Βιετνάμ
ευνούχο στην πόρτα των μπουρδέλων στην πλατεία του Μεξικού.
Εξαίρετο χειριστή μπροστά στον πίνακα ελέγχου; μεγάλο σεφ
της δυστυχίας προκαλώντας καταστροφές μέσα στην απέραντη ουράνια χύτρα.
Δες αυτό που μου έκανες .
Εδώ βρίσκομαι από το ΄χερι σου σ’ αυτή την αναπόφευκτη αίθουσα των βασανιστηρίων,
καθορισμένη απ’ το αίμα καιτους οδυρμούς, τυφλή από τη δράση και τη χάρη
του θεικού σου σάλιου.
Κοίτα το δέρμα μου της γερασμένης αγίας al paso de tu aliento,
κοίτα το άγονο ταμπούρλο της κοιλιάς μου που γνωρίζει μόνο το ρυθμό
της αγωνίας, το τυφλό χτύπημα της κοιλιάς σου που κάνει το φυλακισμένο να σφυρζει το
έμβρυο,για το ψέμα.
Άκου τις τρομπέτες του βασιλείου σου. Ο Νώε ναυαγεί κάθε πρωινό,
κάθε θάλασσα είναι τρομερή, κάθε ήλιος είναο από πάγο, κάθε ουρανός είναι από πέτρα.
Τι άλλο θέλεις από μένα;
θέλεις να τυφλωθεί, ανεπανόρθωτα στα σκοτεινά και να πάψει να είναι
ο σκορπιός στη φωλιά του, τη χελώνα σφαμένη, το δέντρο κάτω απ’ το πελέκι,
το φίδι δίχως δέρμα, αυτόν που πουλά τη μάνα του με το πρώτο μωρουδίστικο του κλάμα,
αυτόν που είναι μόνο πλάτη και ποτέ μέτωπο αυτόν που πάντα διστάζει, αυτόν που
γεννιέται γονατισμένος, el viperino, el potroso, αυτός που έθαψε τις γάμπες του
και είναι ζωντανός, το αφεντικό του άλλου μάγουλου,αυτόν που δε ξέρει ν’ αγαπά όπως αγαπά τον
εαυτό του επειδή είναι πάντα μόνος. Δες αυτό που μου έκανες.
Προορισμένη κοπριά, βούρκα από αδειασμένα μάτια.
Η εικόνα σου στον καθρέφτη της έκθεσης του βιβλίου μου μιλά για μια τρομερή ομοιότητα.

*Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης

Θεοδώρα Βαγιώτη, από τη “σκαλέτα: 47 σκηνές για το τέλος του κόσμου”

[ΦΙΛΟΙ ΠΟΥ ΠΑΡΕΙΣΕΦΡΗΣΑΝ ΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ]

“κρατώντας τις λαβές της πολυθρόνας
μην πέσει στο κενό
εδώ στο σπίτι που γεννήθηκε
πριν από χίλια χρόνια

“μια ρόδινη λύπη κοιμίζω στο μυαλό μου
ξυπνάει κατά βούληση
στις λέξεις μου την κρύβω

“απένθητος πατέρας, αθάνατος γιος

“στον [κωμικό] λόγο μου, κοιμούνται
δυο πουλιά μεταθανάτια ψυχομαχώ

“θάνατος με χόρτασε ακαριαία
τόσο που θέριεψε
το πνεύμα μου
με πίστη αιωνιότητας

“όλα τα μάρμαρα σε θυμίζουν

“δεν σου οφείλω· η μορφή του έρωτα
μια σελίδα γεμάτη
χωρίς σημεία στίξης

*

10.

Φορτωμένος με φτιασίδια ο έρωτας
σαν βασιλιάς που σηκώθηκε
απ΄τον τάφο του
με τα περιδέραια και τα σιρίτια
και τον πορφυρό χιτώνα
ξυπνητός νεκρός σε κόσμο ζωντανών

και τον είχα από καιρό ξοφλημένο

μπαίνει στο δωμάτιο
μ’ έναν πικρό καφέ
να με ξεμεθύσει
από τον ζεστό του ανιμισμό
που ήρθε και έκατσε πάνω στο στήθος μου
και τώρα δεν μπορώ να αναπνεύσω

*”Σκαλέτα: 47 σκηνές για το τέλος του κόσμου”, Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα, 2025.

Καίτη Δρόσου, Ανοιξιάτικες ώρες

Η Καίτη Δρόσου και ο Άρης Αλεξάνδρου στο Παρίσι

Είναι μια χώρα με μανταρινιές,
Εκεί στην άκρη του χεριού σου,
Εκεί που τελειώνει ο καημός μας
Κι αρχίζει ο ουρανός.

Είπες:
Χρειάζεται να φυσήξει ένας άνεμος,
Να σκουπίσει τα σπίτια και τα δέντρα,
Να σκουπίσει τα χρόνια μας,
Για ν ανάψεις μ ένα πράσινο φύλλο
Την πίπα σου.

Εμείς δεν ξέραμε τίποτ άλλο απ τις μυγδαλιές
Που φύτεψε ο παππούς στο περιβόλι.
Όμως τώρα τον ξέρουμε
Τον άνεμο που σκουπίζει τα χρόνια μας
Και το πράσινο φύλλο
Που ανάβεις την πίπα σου

–Τώρα που φτάνουνε τα χέρια μας
ως τα δικά σου.

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε, χωρίς άλλα στοιχεία, στην εφημερίδα “Η ΑΥΓΗ”, στην καθημερινή στήλη “Ποιητικό Ανθολόγιο”, τον Νοέμβριο του 2003. [Aνθολόγος του μήνα η κ. Μαρία Στασινοπούλου]. Εμείς το πήραμε από εδώ: https://www.catisart.gr/drosou-kaiti-gynaika-syntrofos/

Νικολέτα Τσιλίκη, Το σκοτάδι

Avenue de l’Observatoire in the Fog” (Brouillard sur Paris, avenue de l’Observatoire) του φωτογράφου Brassaï από το 1934. [1, 2] 

Νύχτα βαθιά σαν πίσσα,
δίχως μια στάλα φως.
Ταιριάζει με την μαύρη πόλη, 
που χει το πρόσωπο μιας χήρας. 
Το σώμα αφυδατωμένο 
και η γλώσσα διψασμένη πιο πολύ από ποτέ.
Η δύναμη εξαντλείται 
και η πίστη παραμένει μισή. 
Η μετακίνηση του βράχου
φέρνει μαζί του ματαίωση.
Μα πρέπει να βγει το φως. 
Να σπάσει το κέλυφος της πέτρας. 
Να ξυπνήσουν τα σώματα απ’ τον λήθαργο.

Γρηγόρης Σακαλής, Διακοσμητικός

Φιμωμένο το στόμα
και το μυαλό σου υπό έλεγχο
ξένο χέρι κρατάει τώρα
το χέρι σου
και γράφεις αυτά
που σου επιτρέπουν
αφού αναγνωρίζεις
τις αξίες τους
αφού φοβάσαι τη ρήξη
θα είσαι ελεύθερος
μέσα στα κάγκελα
διακοσμητικό στοιχείο
στις κοσμικές βραδιές
στα πλούσια σπίτια τους.

Αλέξης Τραϊανός, Δύο ποιήματα

Άτιτλο (Ένιωθα το χρόνο να φεύγει…)

Ένιωθα το χρόνο να φεύγει
Πάνω απ’ τα πράγματα
Ξαφνικά έτσι
Όπως στεγνώνει κάτι το υγρό
Ξαφνικά έτσι ο χρόνος έφευγε
Τα πράγματα μέναν γυμνά πανάρχαια
Στεγνά όρθια και αμίλητα

(Τα κοίταζα τα ένιωθα
Πάντοτε έτσι)
                     
[Οκτώβριος 1970]

*

([Υιοθετήσαμε…]

Στον Ηλία

Υιοθετήσαμε τις απεγνωσμένες
Χειρονομίες των πουλιών
Το ζεστό γλίστρημα των ψαριών

Κι όλ’ αυτά για να μην πεθάνουμε
Τώρα που ο θάνατος
Έγινε μια υπόθεση τόσο εύκολη
Και λογική τόσο

Σάββατο 4.5.68

*Από τα Αδημοσίευτα ποιήματα της περιόδου 1968-1972.

Ευγενία Βάγια, Τρία ποιήματα

ΟΠΩΣ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΙΣ ΠΕΛΟΥΖΕΣ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ

Έτσι κι ο πόλεμος δεν γίνεται
χωρίς ανάπαυλες

Θέλει να σταματάς
και να θυμάσαι

για τί πολεμάς
Αν το ξέχασες

αν στο εικονοστάσι σου
δεν αχνοφέγγουν οι γαλήνιες μορφές

κι αν μόνο από σίδερο
ανεβοκατεβάζει η μέρα τα ρολά της

τότε
μήπως καλύτερα
τον πόλεμο
να χάσεις.

*

LA MONNAIE VIVANTE

Μ’ έχει πάρει το μάτι μου
σε μακρινό καθρέφτη
φευγαλέα

Τα άνω βλέφαρα αντίσκηνα

Κάτω απ’ τα μάτια
όπου οι παλιάτσοι ζωγραφίζουν δάκρυα
ρόδακες περιστρέφονται

Λαός στην προκυμαία, καιρός θαυμάσιος
Φωνήεντα αποπλέουν απ’ τα χείλη

Κι ύστερα διάσπαρτα τρίγωνα φωτός

Αλλά ώς εκεί
αφήνω
τη μνήμη
να με ξεγελά

Στις καθημερινές συναλλαγές
κερδίζει η σταθερότητα
Το είδωλό μου κεφαλή σε ασημένιο τάλιρο
στοιβάζεται στ’ αμπάρια

*

ΜΠΕΤΟΝ ΒΕΝΖΙΝΗ

Αλλάζω τον κόσμο: Εξομολογούμναι
τα εγκλήματα που δεν
Διέπραξα.

*Από τη συλλογή “η ρήξη – δενδρίτες και άλλα ποιήματα”, εκδ. Περισπωμένη, 2023.

Αλέξανδρος Χριστόπουλος, Τρία ποιήματα

ΑΤΙΤΛΟ

Αν λυπάσαι τα παπούτσια σου
μην μπεις στον κόπο να πατήσεις το χώμα.

Αν φοβάσαι πως θα γελοιοποιηθεί
μην μπεις στον κόπο να χορέψεις.

Αν τρομάζεις πώς θα σχολιαστείς
μην μπεις στον κόπο να μιλήσεις.

Κι έτσι, ακίνητος κι αμίλητος,
Πορέψου.

*

ΜΗΝ

Μην ενδώσεις στους κυρίους των μεσημβρινών γευμάτων
σε εταιρίες και γραφεία ποικίλων εργασιών,
που σχολιάζουν τα διεθνή τεκταινόμενα
μία ημέρα άφορου συνέβησαν.
Κανείς τους τόσο ειδήμων
επί θεμάτων πολιτικής, στρατηγικής,
μέχρι και διάταξης ποδοσφαιρικών ομάδων
Έναντι υπέρτερων αντιπάλων και ατρόμητων.
Κανείς τους τόσο ειδήμων για περασμένα νέα
και πάντα πρόθυμοι
ν’ ακολουθούν προσταγές -σιωπηρές ή επίσημες-,
να πορεύονται ίδια ρότα κάθε μέρα,
στο ίδιο τραπέζι νέα αναλύουν και λένε
μ’ άλλα λόγια τα ίδια πράματα,
μ’ άλλους πρωταγωνιστές τα ίδια έργα.

*

ΠΕΡΙ ΤΖΙΤΖΙΚΙΩΝ

Παράξενα πλάσματα οι τζίτζικοι.
Τρέφουν ελπίδες για παντοτινό καλοκαίρι
και πέφτουν ηρωικά μαχόμενοι την πρώτη ψύχρα
δίχως στολή, παρά μόνο το τραγούδι τους.
Ελλείψει επιζώντων η ράτσα τους δε δύναται
να πλάθει ιστορική μνήμη
και ως εκ τούτου, τα κάθε φορά παιδιά τους
είναι κι αυτά καταδικασμένα να κατηγορηθούν
ως και αμνήμονα.

*Από τη συλλογή “Βενζόλιο”, Εκδόσεις Ιωλκός, Νοέμβριος 2022.

Werner Pick, He became a Poet / Έγινε Ποιητής

Φωτογραφία: Noemia Prada

When the sun-fire burnt his throat
And the rivers could not calm the pain

He burnt his belongings
Murdered his kin
Opened his breast with a blade
To leave his heart open to all pleasure,
evil
and emotion
He entangled all his full veins
With the life-sap of all nature
And the brain of all creation

He became a Poet

He left home when the air seemed without weight
And words seemed like erotic butterflies
He crossed continents and plucked skulls
from cherry-blossoms
He fed on concrete in the cut belly
of a fish
He was stranded on black shores and lived
Hieronymus Bosch

When he died the first time the iron beak of a black
Bird opened is soul
And he saw damnation encarved
In a hunk of wood –

In dreams he chewed its roots
And with magical powers
Produced hallucinations
And found Beauty.

Όταν η φωτιά του ήλιου έκαψε το λαιμό του
Και τα ποτάμια δεν μπορούσαν να απαλύνουν τον πόνο

Έκαψε τα υπάρχοντά του
Δολοφόνησε τους δικούς του
Άνοιξε το στήθος του με ένα μαχαίρι
Για να αφήσει την καρδιά του ανοιχτή σε κάθε απόλαυση,
κακό
και συναίσθημα
Έπλεξε όλες τις γεμάτες φλέβες του
Με το ζωτικό χυμό όλης της φύσης
Και τον εγκέφαλο όλης της δημιουργίας

Έγινε Ποιητής

Έφυγε από το σπίτι όταν ο αέρας φαινόταν ελαφρύς
Και οι λέξεις έμοιαζαν με ερωτικές πεταλούδες
Διέσχισε ηπείρους και μάζεψε κρανία
από άνθη κερασιάς
Τράφηκε με σκυρόδεμα στην κομμένη κοιλιά
ενός ψαριού
Είχε ξεμείνει σε μαύρες ακτές και ζούσε
Hieronymus Bosch

Όταν πέθανε για πρώτη φορά,
το σιδερένιο ράμφος ενός μαύρου πουλιού
άνοιξε την ψυχή του
Και είδε την καταδίκη χαραγμένη
Σε ένα κομμάτι ξύλου –

Στα όνειρά του μασούσε τις ρίζες του
Και με μαγικές δυνάμεις
Δημιουργούσε παραισθήσεις
Και βρήκε την Ομορφιά.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.